Γιώργος Χατζηνίκος

Κοινωφελές Ίδρυμα Αγγελίνη-Χατζηνίκου

Non-Profit Foundation Angelinis-Hadjinikos

Ηχογραφήσεις

  • Σκαλκώτας, Νίκος: Κοντσέρτο No. 2 για Πιάνο και Ορχήστρα; Γιώργος Χατζηνίκος (πιάνο), Hamburg Radio Συμφωνική Ορχήστρα, διεύθυνση Hermann Scherchen (1953). Arkadia CDGI 768.1 (CD 1993).
  • Δείτε και ακούστε την ηχογράφηση εδώ

Επιμέλειες εκδόσεων

  • Ν. Σκαλκώτας: Κοντσερτίνο για 2 Πιάνα και Ορχήστρα, Universal Edition, Δεκέμβριος 1968.
  • Ν. Σκαλκώτας: 10 Κομμάτια για Πιάνο από 32 Κομμάτια για Πιάνο, Universal Edition.

Βιβλία

  • Χατζηνίκος, Γιώργος: "W. A. Mozart – Ένας Ευρωπαίος Μουσικός", Κοινωφελές Ίδρυμα Αγγελίνης – Χατζηνίκου, 1991.
  • Χατζηνίκος, Γιώργος: "Νίκος Σκαλκώτας - Μία Ανανέωση στην Προσέγγιση της Μουσικής Σκέψης και Ερμηνείας", ΝΕΦΕΛΗ, 2006 . (Συμπεριλαμβάνονται 2 CD)
  • Χατζηνίκος, Γιώργος: "Το Ρετσιτατίβο στις Όπερες του Mozart", ΝΕΦΕΛΗ 2007.

Άρθρα

  • Χατζηνίκος, Γιώργος: "Νίκος Σκαλκώτας, Ελλάδα και Δωδεκαφωνία", άρθρο "Μικρό Αφιέρωμα στον Νίκο Σκαλκώτα" στο Δελτίο Κριτικής Δισκογραφίας 10-13 σελ 212, Αθήνα 1974

Αναφορές

  • Keller, Hans: "Νίκος Σκαλκώτας: Μια Αυθεντική Ιδιοφυία", ‘The Listener’ No. 52/134, σελ 1041, 9 Δεκεμβρίου 1954
  • "Απεβίωσε ο Γιώργος Χατζηνίκος". Ταχυδρόμος, 2015-11-30
  • Kennedy, Michael: "Η Ιστορία του Βασιλικού Κολεγίου Μουσικής του Μάντσεστερ". Manchester University Press (ISBN 0 7190 0435 7), p. 154 (1971)

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

  • Graham Wade, "Μια Συζήτηση με τον Γιώργο Χατζηνίκο", March 1991

 

Περισσότερες πληροφορίες για τον Γιώργο Χατζηνίκο

Γιώργος Χατζηνίκος

Ο Γιώργος Χατζηνίκος (3 Μαΐου 1923 Βόλος – 29 Νοεμβρίου 2015 Αθήνα) ήταν ένας διακεκριμένος Έλληνας σολίστ του πιάνου, ορχηστρικός και χορωδιακός διευθυντής, δάσκαλος και συγγραφέας, επονομαζόμενος και "Φιλόσοφος της Μουσικής", με διεθνή καριέρα που εκτάθηκε για περισσότερα από 70 χρόνια. Του έχει αποδοθεί εύφημος μνεία από ηγετικές φυσιογνωμίες του μουσικού χώρου, όπως ο Δημήτρης Μητρόπουλος, ο Carl Orff, ο Jean Françaix, ο Heinrich Neuhaus, ο Sir John Barbirolli, ο Hans Heinz Stuckenschmidt.

Ανάμεσα στους καθηγητές του και τις μουσικές αυθεντίες που τον επηρέασαν ήταν ο Edwin Fischer, ο Johann Nepomuk David, ο Carl Orff, η Alice Pashkus, ο Eduard Erdmann, ο George Chavchavadze και με έναν μοναδικό και ιδιαίτερο τρόπο ο Heinrich Neuhaus. Από το 1961 ήταν μόνιμος κάτοικος του Ηνωμένου Βασιλείου και στη συνέχεια Βρετανός υπήκοος. Από το 1990 μέχρι και το θάνατό του, μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα στην Αγγλία και την Ελλάδα.

Ξεκίνησε τα μουσικά του μαθήματα, κάτι ασυνήθιστο για ένα αγόρι εκείνη την εποχή, στο Βόλο, τα οποία συνέχισε στο Ωδείο Αθηνών, όπου και μετακόμισε η οικογένεια του το 1934, αποφοιτώντας το 1943 με δίπλωμα στο πιάνο και με πτυχίο αρμονίας και αντίστιξης. Έχοντας εισέλθει 5ος ανάμεσα σε 2.500 υποψήφιους στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, το Σεπτέμβριο του 1940, προσδοκούσε να παρακολουθήσει τις πρώτες διαλέξεις της 5ης Νοεμβρίου, οι οποίες ωστόσο ποτέ δεν πραγματοποιήθηκαν καθώς το Πανεπιστήμιο είχε κλείσει την 28η Οκτωβρίου λόγω της διαβόητης διακήρυξης πολέμου από τον Μουσολίνι. Παρόλο που προέβλεπαν μια θριαμβευτική προέλαση στη Ελλάδα, τα Ιταλικά στρατεύματα απωθήθηκαν στην Αλβανία, ώστε την 6η Απρίλιου, που οι Γερμανοί επιτέθηκαν στην Ελλάδα από το Βουλγαρικό μέτωπο, χρειάστηκε να περάσει πάνω από ένας μήνας προτού ολοκληρωθεί η κατοχή της ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών. Και ήταν κατά τη διάρκεια αυτού του κλίματος, της μαύρης αγοράς και της γενικής ανομίας που άρχισε να συνειδητοποιεί τις διαφορετικές αρχές των απόλυτων ανώτερων νόμων που διέπουν τον κόσμο της μουσικής και ένοιωσε ότι ήταν επιβεβλημένο να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στην μουσική.

Μετά τον πόλεμο, συνέχισε τις σπουδές του στο Mozarteum του Salzburg από όπου αποφοίτησε με διπλώματα στη διεύθυνση χορωδίας και στο πιάνο, το 1948 και 1949 αντιστοίχως, ενώ του απονεμήθηκε το μετάλλιο Lily Lehmann του Mozarteum International Foundation. Εκεί συνάντησε, μεταξύ άλλων, τον Johann Nepomuk David που τον βοήθησε να διευρύνει τους χορωδιακούς του ορίζοντες στον Μπαχ και την Παλεστρίνα. Το 1950 παρακολούθησε ένα σεμινάριο σύνθεσης που δόθηκε από τον Paul Hindemith. Έτσι είχε την ευκαιρία να του παίξει την Τρίτη Σονάτα για πιάνο με τον συνθέτη να σχολιάζει: «Την έχω ακούσει πολλές φορές από Αμερικάνους και Γερμανούς πιανίστες, αλλά για πρώτη φορά, τώρα, άκουσα τη δομή της Φούγκας». Ο Χατζηνίκος, λίγο καιρό πριν, είχε κάνει την Ευρωπαϊκή πρεμιέρα της δεύτερης εκδοχής του μεγαλοπρεπούς κύκλου Das Marienleben του Hindemith. Η άνευ προηγούμενου επιτυχία του, ώθησε μερικούς να σχολιάσουν ότι αυτό επετεύχθη εξαιτίας μιας "τεχνητής ωραιοποίησης με Μεσογειακού τύπου ηχόχρωμα που παραπέμπει στον Ραβέλ" και αποποιείται το στυλ του Hindemith. Όταν το είπε αυτό στον συνθέτη, ο κατά τα άλλα εξαιρετικά αυστηρός Hindemith μειδίασε ελαφρά και είπε με συγκινητική μετριοφροσύνη: «Αν δεχτούμε ότι όντως υπάρχει τέτοιο πράγμα, το επονομαζόμενο στυλ Hindemith, τότε αυτό που μόλις άκουσα, ήταν αυτό ακριβώς».

Ξεκίνησε να δίνει ρεσιτάλ σε κοινό και παραστάσεις με ορχήστρες τα κοντσέρτα του Liszt και του Brahms, του Schumann, του Khachaturian, την 4η και 5η του Μπετόβεν, τη 2η του Rachmaninoff’s και τη ραψωδία του βασισμένη σε ένα θέμα του Paganini, μεταξύ άλλων. Προσκλήθηκε κατ’ εξαίρεση, καθώς δεν ήταν ούτε Γερμανός, ούτε Αμερικανός, από το American Information Center, και έδωσε πολυάριθμα ρεσιτάλ σε όλη τη Δυτική Γερμανία, παρουσιάζοντας σε Ευρωπαϊκή πρεμιέρα τις σονάτες για πιάνο των Aaron Copland and Samuel Barber, με τέτοιο τρόπο που κυριολεκτικά εξύψωσε το πολιτιστικό κύρος των Ηνωμένων Πολιτειών στη Γερμανία.

Το 1951 μετακόμισε στο Μόναχο όπου σφυρηλάτησε μια πολύ ιδιαίτερη και γόνιμη σχέση με τον Carl Orff, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του συνθέτη. Εκεί ήρθε επίσης για πρώτη φορά σε επαφή με ένα έργο του Νίκου Σκαλκώτα, αναγνωρίζοντας εξ’ αρχής το μέγεθος της σπουδαίας του επιρροής σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Επομένως, τον παρουσίασε διεθνώς τον Οκτώβριο του 1953 στο Αμβούργο, όπου είχε μετοικήσει στο μεταξύ, με την παγκόσμια πρεμιέρα του Κοντσέρτου για Πιάνο Νο2 με τη NWDR (πλέον NDR) Συμφωνική Ορχήστρα, υπό τη διεύθυνση του Hermann Scherchen. Για την εκμάθηση αυτού, χρειάστηκε ακόμα και να αντιγράψει με μεγεθυντικό φακό το κομμάτι του πιάνου που είχε να ερμηνεύσει από μια εξαιρετικά δυσανάγνωστη χειρόγραφη παρτιτούρα. Αυτή η παράσταση δημιούργησε τέτοιο σάλο, όχι απλά σε όλη τη Γερμανία, αλλά ακόμη και στην Αγγλία όπου ο Hans Keller το αναμετάδωσε από το BBC με τη συνοδεία του ιστορικού άρθρου στο "The Listener" με τίτλο "Νίκος Σκαλκώτας: Μια Αυθεντική Ιδιοφυία". Τον επόμενο χρόνο, που έδωσε ρεσιτάλ στο Βερολίνο, ανακάλυψε σε ένα μαγαζί μεταχειρισμένων τα χαμένα χειρόγραφα της Οκταφωνίας, Δύο Έγχορδα Κουαρτέτα και Πιάνο Κοντσέρτο Νο1.

Στο Αμβούργο, όπου έζησε μέχρι το 1957, επωφελήθηκε από τη συμμέτοχή του στα σεμινάρια εξειδίκευσης του Eduard Erdmann στο Hochschule für Musik. Το 1955 προς τιμήν του Béla Bartók στη 10η επέτειο από το θάνατό του έπαιξε το Κοντσέρτο για Πιάνο Νο2 με τη NWDR Συμφωνική Ορχήστρα υπό τον Hans Schmidt-Isserstedt, καθώς επίσης και στο Salzburg, στην Πράγα, στο Flensburg και στο Münster, κερδίζοντας έτσι την προσφώνηση του "ιδανικού ερμηνευτή" του σπουδαίου Ούγγρου συνθέτη. Την ίδια περίοδο έδωσε πολυάριθμα ρεσιτάλ, στη Στοκχόλμη το Κοντσέρτο για Πιάνο Νο2 του Σκαλκώτα με τον Ernest Bour, στη Βιέννη, Αθήνα και Κοπεγχάγη με τον Μιλτιάδη Καρύδη, στη Ζυρίχη με τον Erich Schmid, στη Βρέμη και το Αμβούργο το Κοντσέρτο για Πιάνο του Khachaturian με τον Hans Schmidt-Isserstedt, ενώ έκανε την πρεμιέρα του Κοντσέρτου για Πιάνο του Schoenberg στη Σουηδία.

Το 1957 μετακόμισε στη Γαλλία όπου και παρέμεινε μέχρι το 1960. Εκεί συνάντησε τον Πρίγκιπα και την Πριγκίπισσα Chavchavadze στο Châtel-Censoir, οι οποίοι τον μύησαν στη Ρωσική και Γαλλική μουσική. Το 1959, όσο βρισκόταν σε περιοδεία στη Σοβιετική Ένωση, έλαβε πρόσκληση από τον μυθικό Heinrich Neuhaus, ο οποίος συνάντησε τον Χατζηνίκο και φύτεψε τους πρώτους σπόρους για την επερχόμενη πορεία του στη διδασκαλία. Κατά τη διάρκεια του ίδιου χρόνου μετακόμισε στο Παρίσι και μετά στην Ελβετία. Το 1961, μετά από μια περιοδεία στη Νότιο Αφρική, αποδέχτηκε την πρόσκληση να διδάξει πιάνο στο Βασιλικό Κολέγιο της Μουσικής του Μάντσεστερ (πλέον Royal Northern College of Music) και συνεπώς εγκαταστάθηκε εκεί. Εκτός από τα μαθήματα πιάνου που παρέδιδε στο κολέγιο, επεκτάθηκε και στη διεύθυνση ορχήστρας, την ιστορία της μουσικής, τη μουσική δωματίου, την εναρμόνιση θεωρίας και τέχνης, καθώς και τη σχέση μεταξύ τέχνης και επιστήμης, στην πορεία συνειδητοποιώντας ότι τα προβλήματα στη μουσική εκπαίδευση είναι απείρως βαθύτερα από ότι πίστευε αρχικά. Αυτό τον οδήγησε να παραμείνει στο κολέγιο για 27 χρόνια αντί για τα 3 που είχε αρχικά προγραμματίσει και να αποχωρήσει το 1988. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων ανακάλυπτε τις απαντήσεις στους προβληματισμούς του για το σύνολο της μουσικής, καθιερώνοντας έτσι μια προσωπική θεμελιώδη προσέγγιση της μουσικής την οποία ονόμασε Λογική και Θεμέλια (πλέον Ουσία και Προέλευση) της Μουσικής Ερμηνείας την οποία παρουσίασε σε διάφορα άρθρα και δοκίμια ενώ την εφάρμοσε σε όλες τις μουσικές του δραστηριότητες.

Παράλληλα, πλήθυναν οι εμφανίσεις του ως σολίστ και συνθέτης. Με τη χορωδία του κολεγίου έκανε πρεμιέρα την άγνωστη ακόμα στην Αγγλία Carmina Burana του Orff και ίδρυσε το New Manchester Ensemble, με το οποίο έκανε πρεμιέρα στη Βόρεια Αγγλία το Lunaire και το Ode to Napoleon του Schoenberg (διευθύνοντας και τα δυο από το πιάνο). Ακολούθησαν οι πρώτες παραστάσεις του Serenade του Schoenberg, το Wind Quintet and complete Piano Pieces, τα 5 Pieces for Orchestra and Concerto του Webern, το Octet του Stravinsky, τα Les Noces και Histoire du Soldat, τα Andante sostenuto, Octet και Classic Symphony του Σκαλκώτα άλλα και έργα των Gerhard, Takemitsu, Ligeti, Christou και του Ξενάκη μεταξύ άλλων.

 

 

Σε συνεργασία με το UMIST (University of Manchester Institute of Science and Technology) ίδρυσε την χορωδία North Campus Choir με την οποία παρουσίασε το A German Requiem του Brahms, τη Λειτουργία του Bach, τη Λειτουργία του Stravinsky και Ελισαβετιανά Μαδριγάλια. Παρέδιδε ειδικές τάξεις για τη μύηση στη βαθύτερη έννοια της μουσικής η οποίες δεν απευθυνόταν μόνο σε μουσικούς.

Κάνοντας πάντα εμφανίσεις ρεσιτάλ και κοντσέρτων, παρουσίασε το Κοντσέρτο για πιάνο Νο1 του Bartók στη Γερμανία και το Κοντσέρτο του για Πιάνο Νο3 στην Αγγλία και την Ελλάδα, το Κοντσέρτο για πιάνο του Schoenberg στο Παρίσι με την Orchestre National de France υπό τον Δημήτρη Χωραφά και στη Γενεύη με τη Orchestre de la Suisse Romande υπό τον Samuel Baud-Bovy, το Κοντσέρτο σε Σολ μείζονα του Ραβέλ με τη Hallé Orchestra υπό τον Jussi Jalas και το Κοντσέρτο για αριστερό χέρι με την ίδια ορχήστρα διευθύνοντας από το πιάνο, το Κοντσέρτο για Πιάνο Νο2 του Σκαλκώτα στη Ζυρίχη, στο Λονδίνο με την Συμφωνική ορχήστρα του BBC υπό τον Antal Doráti και στο Βερολίνο με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου υπό τον Ernest Bour.

Το 1968, έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ και έκανε διάλεξη στο Νέο Δελχί στην Ινδία και είχε την ευκαιρία να βιώσει αρχαίες και πρωτόγνωρες διαστάσεις της μουσικής αντίληψης στη Μουσική τους Ακαδημία, πάνω στις οποίες δούλεψε στις επόμενες δυο του επισκέψεις στην Ινδία, και τις οποίες στη συνέχεια ενσωμάτωσε στις επόμενες μουσικές του δραστηριότητες. Το 1969 διηύθυνε την παγκόσμια πρεμιέρα του Κοντσέρτου για Πιάνο Νο3 του Σκαλκώτα, καθώς επίσης προετοίμασε και επιμελήθηκε τα ορχηστρικά μέρη, έπαιξε στην παγκόσμια πρεμιέρα των 5 έργων για πνευστά και πιάνο και έκανε την πρεμιέρα στο Λονδίνο της Sonata Concertante για φαγκότο και πιάνο.

Τον επόμενο χρόνο παρευρέθηκε στο Bach Conference στη Νέα Υόρκη και επισκέφτηκε τα Φεστιβάλ του Tanglewood και του Vermont όπου γνώρισε σπουδαίους μουσικούς όπως τη Rosalyn Tureck και τον Rudolf Serkin. Έχοντας διευθύνει για μερικά χρόνια την ορχήστρα του Hoylake and South Manchester, ανέλαβε στη συνέχεια τη Συμφωνική Ορχήστρα Bury με την οποία ανέβασε 40 διαφορετικά προγράμματα του βασικού συμφωνικού ρεπερτορίου, τις 5 σημαντικότερες όπερες του Mozart και το Fidelio του Beethoven. Επίσης για χρόνια διοργάνωνε τα Cleveland Easter Orchestral Courses και τα Canford Choral Weekends.

Το 1978 έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του Κοντσέρτου για Πιάνο Νο1 του Σκαλκώτα υπό τον Michel Tabachnik στην Αθήνα και την επόμενη χρονιά διηύθυνε την Ουβερτούρα η Επιστροφή του Οδυσσέα του Σκαλκώτα στην E.B.U. (European Broadcasting Union) στην Κοπεγχάγη και έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του Κοντσέρτου για Κοντραμπάσο.

Το 1984 προσκλήθηκε με την παρότρυνση του καθηγητή Josef Rufer και προηγουμένως βοηθό του Schoenberg στο Βερολίνο να παρουσιάσει τον Σκαλκώτα σε ένα ξεχωριστό ρεσιτάλ στο Πανεπιστήμιο Southern California στο Los Angeles (τότε η τοποθεσία του Arnold Schoenberg Institute).

Την ίδια χρονιά ανέλαβε τα ετήσια θερινά σεμινάρια και το Φεστιβαλ που διοργανώνεται από το Κοινωφελές Ίδρυμα Αγγελίνης – Χατζηνίκου στο όμορφο παραθαλάσσιο χωριό του Πηλίου, το Χόρτο.

Κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ προσκαλούνται ορχήστρες νέων από όλη την Ευρώπη και σε συνεργασία με τους Έλληνες συμμετέχοντες ανεβάζουν έργα του Beethoven, του Brahms, του Sibelius, του Orff, του Ives, του Tchaikovsky, του Bartók, του Shostakovich και πολλών άλλων καθώς και Ελληνικές πρεμιέρες.

Το 1990 το Πανεπιστήμιο της Pavia του απένειμε το Μετάλλιο Ugo Foscolo για την προσφορά του στην Ευρωπαϊκή μουσική. Από το 1993 έως το 1995 διηύθυνε 7 κλασσικά προγράμματα με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Βερολίνου (πλέον Konzerthausorchester Berlin).

Κατά τη πολυποίκιλτη καριέρα του δεν σταμάτησε ποτέ να επισκέπτεται τη Ελλάδα, να συνεργάζεται (είτε ως πιανίστας είτε ως συνθέτης) με ελληνικές και διεθνείς ορχήστρες. Είχε εμφανιστεί στο Φεστιβάλ Αθηνών και ως σολίστ και ως διευθυντής ορχήστρας, έχοντας παρουσιάσει το Κοντσέρτο για Πιάνο Νο2 του Σκαλκώτα υπό τον Μιλτιάδη Καρύδη, καθώς και έχοντας διευθύνει έργα του Γιάννη Χρήστου με την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα RAI Μιλάνου και του Σκαλκώτα με την Košice State Philharmonic Orchestra.

Ποτέ δεν σταμάτησε τις πολύπτυχες μουσικές του δραστηριότητες, ταξιδεύοντας παράλληλα και διδάσκοντας εκτενώς, πάντοτε στοχεύοντας να αφυπνίσει το υποσυνείδητο του κάθε μαθητή. Δίδασκε κάθε καλοκαίρι στο Θερινό Φεστιβάλ του Χόρτου.

Συχνά τον προσκαλούσαν να παραδώσει σεμινάρια στο εξωτερικό με τον τίτλο "Ουσία και Προέλευση της Μουσικής Ερμηνείας", τα οποία επιτρέπουν στον κάθε οργανοπαίχτη, τραγουδιστή, σύνολο, ορχήστρα και ακόμα και στο κοινό να λάβει μέρος, καθώς στοχεύουν να ανακαλύψουν τη Μουσική καθεαυτή παρά απλά να δώσουν συμβουλές σχετικές με την τεχνική. Ήταν πρόεδρος της κριτικής επιτροπής στο Ibiza International Piano Competition μέχρι το θάνατό του.

Ανάμεσα στους πιο επιφανείς του μαθητές συγκαταλέγονται (σε αλφαβητική σειρά) ο Νίκος Αδρασκέλας, ο Gilbert Biberian, ο Θεόδωρος Κουρεντζής, ο Paul Galbraith, η Σμαρώ Γρηγοριάδου, ο Robyn Koh, ο Χρήστος Μαρίνος, ο Γιώργος Μουτσιάρας, ο Trefor Smith, and ο Richard Ward-Roden.

Είναι ο συγγραφέας δύο βιβλίων: ένα για τον Νίκο Σκαλκώτα που συνοδεύεται από 2 CDs και ένα για τα ρετσιτατίβο του Μότσαρτ στις όπερές του. Το Έννοια και Καταβολές της Μουσικής Ερμηνείας ήταν το τελευταίο βιβλίο πάνω στο οποίο δούλευε.

Οι μουσικές του σπουδές τον πήγαν από το Βόλο στο Ωδείο Αθηνών και από εκεί στο Mozarteum του Salzburg, στο Μόναχο, στο Αμβούργο, στη Γαλλία και στην Ελβετία προτού αναλάβει την Θέση του στο Northern College of Music του Μαντσεστερ, όπου και παρέμεινε για το υπόλοιπο της επαγγελματικής του διαδρομής.

Ο Γιώργος Χατζηνίκος που απεβίωσε το Νοέμβριο του 2015 ήταν ένας διακεκριμένος πιανίστας, μαέστρος, δάσκαλος, φιλόσοφος της μουσικής και συγγραφέας.